groomed
Pronunciation
/ˈɡɹumd/

Ορισμός και σημασία του "groomed"στα αγγλικά

01

καλοδιατηρημένος, καλοπεριποιημένος

well-cared for, tidy, and well-maintained in appearance or behavior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most groomed
συγκριτικός βαθμός
more groomed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
A groomed trail made the hike easier.
Ένα καλοδιατηρημένο μονοπάτι έκανε την πεζοπορία πιο εύκολη.

Λεξικό Δέντρο

ungroomed
groomed
groom
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store