Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
groomed
01
καλοδιατηρημένος, καλοπεριποιημένος
well-cared for, tidy, and well-maintained in appearance or behavior
Παραδείγματα
A groomed trail made the hike easier.
Ένα καλοδιατηρημένο μονοπάτι έκανε την πεζοπορία πιο εύκολη.
Λεξικό Δέντρο
ungroomed
groomed
groom



























