grooved
grooved
gru:vd
groovd
groomed

Ορισμός και σημασία του "grooved"στα αγγλικά

01

αυλακωτός, ραβδωτός

having one or more long, narrow, and usually parallel channels, furrows, or ridges 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most grooved
συγκριτικός βαθμός
more grooved
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
texture, surface, design
Παραδείγματα
The carpenter crafted a grooved pattern on the wooden tabletop for a decorative touch. 

Ο ξυλουργός δημιούργησε ένα αυλακωτό σχέδιο στην ξύλινη επιφάνεια του τραπεζιού για μια διακοσμητική πινελιά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

grooved
groove
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store