gronk
gronk
grɒnk
gronk
groak

Ορισμός και σημασία του "gronk"στα αγγλικά

01

ένας ανόητος, ένας αδέξιος

a foolish, clumsy, or stupid person 
Dialectbritish flagBritish
gronk definition and meaning
ανεπίσημο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
gronks
Παραδείγματα
The gronk tripped over the flat floor carrying trays. 

Ο γκρονκ σκόνταψε στο επίπεδο πάτωμα κουβαλώντας δίσκους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store