Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to groan
01
βογγώ, γκρινιάζω
to make a deep, low sound, typically expressing pain, despair, or disapproval
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
groan
γ΄ ενικό πρόσωπο
groans
ενεστώτα μετοχή
groaning
απλός αόριστος
groaned
παθητική μετοχή
groaned
Παραδείγματα
The patient couldn't help but groan during the painful medical procedure.
Ο ασθενής δεν μπορούσε παρά να βογγάξει κατά τη διάρκεια της επώδυνης ιατρικής διαδικασίας.
02
στεναχωριέμαι, τρίζω
(of things) to produce a deep, low sound, often due to strain, pressure, or movement
Intransitive
Παραδείγματα
The old floorboards groaned under the weight of the heavy furniture.
Οι παλιές σανίδες του δαπέδου βόγκηξαν κάτω από το βάρος των βαρέων επίπλων.
03
βογγώ, παραπονιέμαι
to say something with a deep and low sound, typically to complain about something, especially in an annoying way
Intransitive: to groan about sth
Transitive: to groan sth
Παραδείγματα
"Not again," he groaned, annoyed by the constant interruptions.
"Όχι πάλι," βοήθησε, ενοχλημένος από τις συνεχείς διακοπές.
Groan
01
στεναγμός, βογγητό
a low, sorrowful sound typically made in response to pain, distress, or despair
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
groans
Παραδείγματα
The patient let out a groan as the doctor examined the injury.
Ο ασθενής άφησε ένα στεναγμό καθώς ο γιατρός εξέταζε τον τραυματισμό.
Λεξικό Δέντρο
groaner
groan



























