Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to goofproof
01
ανθεκτικό σε ανθρώπινα λάθη, ανθεκτικό σε κακή χρήση από τον άνθρωπο
proof against human misuse or error
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
goofproof
γ΄ ενικό πρόσωπο
goofproofs
ενεστώτα μετοχή
goofproofing
απλός αόριστος
goofproofed
παθητική μετοχή
goofproofed
goofproof
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most goofproof
συγκριτικός βαθμός
more goofproof
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The goofproof method for assembling the furniture was easy to follow, even for a novice.
Η αλάνθαστη μέθοδος συναρμολόγησης των επίπλων ήταν εύκολη να ακολουθηθεί, ακόμα και για έναν αρχάριο.
Λεξικό Δέντρο
goofproof
goof
proof



























