Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
glittering
01
λαμπερός, αστραφτερός
shining brightly, often with small flashes of light
Παραδείγματα
The glittering chandelier in the ballroom cast a warm glow over the dancers.
Ο λαμπερός πολυέλαιος στην αίθουσα χορού έριχνε μια ζεστή λάμψη πάνω στους χορευτές.
02
λαμπερός, αστραφτερός
extremely impressive or notably successful in a way that shines or stands out
Παραδείγματα
The company enjoyed a glittering rise to industry leadership.
Η εταιρεία απολάμβανε μια λαμπρή άνοδο στην ηγεσία της βιομηχανίας.



























