Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
successful
01
επιτυχημένος, κατορθωμένος
getting the results you hoped for or wanted
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most successful
συγκριτικός βαθμός
more successful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She is a successful author with many best-selling books.
Είναι μια επιτυχημένη συγγραφέας με πολλά bestseller βιβλία.
02
επιτυχημένος, λαμπρός
achieving notable recognition, prosperity, or accomplishment in a way that shines or stands out
Παραδείγματα
Their startup enjoyed a successful and glittering rise in the tech industry.
Η startup τους απολάμβανε μια επιτυχημένη και λαμπρή άνοδο στη βιομηχανία τεχνολογίας.
Λεξικό Δέντρο
successfully
successfulness
unsuccessful
successful
success



























