Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
successfully
01
επιτυχώς, με επιτυχία
in a manner that achieves what is desired or expected
Παραδείγματα
The students worked together on the group project and were able to present it successfully to their peers and instructors.
Οι μαθητές δούλεψαν μαζί στην ομαδική εργασία και κατάφεραν να την παρουσιάσουν επιτυχώς στους συμμαθητές και τους εκπαιδευτές τους.
Λεξικό Δέντρο
unsuccessfully
successfully
successful
success



























