Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
successfully
01
επιτυχώς, με επιτυχία
in a manner that achieves what is desired or expected
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα τρόπου
Παραδείγματα
After months of hard work and dedication, she successfully completed her research project.
Μετά από μήνες σκληρής δουλειάς και αφοσίωσης, επιτυχώς ολοκλήρωσε το ερευνητικό της έργο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unsuccessfully
successfully
successful
success



























