succinct
suc
sək
sēk
cinct
ˈsɪnkt
sinkt
distinctextinctchinkedindistinct

Ορισμός και σημασία του "succinct"στα αγγλικά

01

σύντομος, περιεκτικός

expressed clearly and briefly, without losing the main points 
succinct definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most succinct
συγκριτικός βαθμός
more succinct
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her explanation was succinct, covering all the key points in just a few sentences. 

Η εξήγησή της ήταν συνοπτική, καλύπτοντας όλα τα κύρια σημεία σε λίγες μόνο προτάσεις.

Λεξικό Δέντρο

succinctly
succinctness
succinct
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store