Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to succor
01
βοηθώ, υποστηρίζω
to provide support or help to someone in a difficult or challenging situation
Transitive: to succor sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
succor
γ΄ ενικό πρόσωπο
succors
ενεστώτα μετοχή
succoring
απλός αόριστος
succored
παθητική μετοχή
succored
Παραδείγματα
Last year, they succored the victims of the flood.
Πέρυσι, βοήθησαν τα θύματα της πλημμύρας.
Succor
01
βοήθεια, υποστήριξη
help that someone gives to another in difficult situations
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Many turned to the church for spiritual succor during the difficult times.
Πολλοί στράφηκαν στην εκκλησία για πνευματική ανακούφιση κατά τις δύσκολες στιγμές.
Λεξικό Δέντρο
succorer
succor



























