Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to succor
01
βοηθώ, υποστηρίζω
to provide support or help to someone in a difficult or challenging situation
Transitive: to succor sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
succor
γ΄ ενικό πρόσωπο
succors
ενεστώτα μετοχή
succoring
απλός αόριστος
succored
παθητική μετοχή
succored
Παραδείγματα
Emergency services were dispatched to succor those affected by the crisis.
Οι υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης στάλθηκαν για βοήθεια σε όσους επηρεάστηκαν από την κρίση.
Succor
01
βοήθεια, υποστήριξη
help that someone gives to another in difficult situations
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
succors
Παραδείγματα
The villagers provided succor to the stranded travelers during the storm.
Οι χωρικοί παρείχαν βοήθεια στους παγιδευμένους ταξιδιώτες κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.
Λεξικό Δέντρο
succorer
succor



























