Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to succumb
01
υποκύπτω, παραδίνομαι
to surrender to a superior force or influence
Intransitive: to succumb to a force or influence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
succumb
γ΄ ενικό πρόσωπο
succumbs
ενεστώτα μετοχή
succumbing
απλός αόριστος
succumbed
παθητική μετοχή
succumbed
Παραδείγματα
Many people succumb to the flu virus during the peak of the flu season.
Πολλοί άνθρωποι υποκύπτουν στον ιό της γρίπης κατά τη διάρκεια της κορύφωσης της εποχής της γρίπης.
02
υποκύπτω, πεθαίνω από
to die as a result of a disease or injury
Intransitive: to succumb to a disease or injury
Παραδείγματα
The patient eventually succumbed to the severe illness despite the treatment.
Ο ασθενής τελικά υποκύπτει στη σοβαρή ασθένεια παρά τη θεραπεία.



























