Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to succumb
01
υποκύπτω, παραδίνομαι
to surrender to a superior force or influence
Intransitive: to succumb to a force or influence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
succumb
γ΄ ενικό πρόσωπο
succumbs
ενεστώτα μετοχή
succumbing
απλός αόριστος
succumbed
παθητική μετοχή
succumbed
Παραδείγματα
Despite his strong will, he eventually succumbed to the persuasive arguments of his friends.
Παρά την ισχυρή του θέληση, τελικά υποχώρησε στα πειστικά επιχειρήματα των φίλων του.
02
υποκύπτω, πεθαίνω από
to die as a result of a disease or injury
Intransitive: to succumb to a disease or injury
Παραδείγματα
He succumbed to his injuries after the car accident.
Υποχώρησε στα τραύματά του μετά το αυτοκινητιστικό ατύχημα.



























