Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
successful
01
επιτυχημένος, κατορθωμένος
getting the results you hoped for or wanted
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most successful
συγκριτικός βαθμός
more successful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
After years of practice, he became a successful musician.
Μετά από χρόνια πρακτικής, έγινε ένας επιτυχημένος μουσικός.
02
επιτυχημένος, λαμπρός
achieving notable recognition, prosperity, or accomplishment in a way that shines or stands out
Παραδείγματα
She had a highly successful career, filled with glittering achievements.
Είχε μια πολύ επιτυχημένη καριέρα, γεμάτη λαμπρά επιτεύγματα.
Λεξικό Δέντρο
successfully
successfulness
unsuccessful
successful
success



























