Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
glinting
01
λαμπερός, αστραφτερός
sparkling or shining with a brief, sharp light
Παραδείγματα
The glinting eyes of the owl revealed its watchful presence in the dark forest.
Τα αστραφτερά μάτια της κουκουβάγιας αποκάλυψαν την επαγρύπνηση της παρουσίας της στο σκοτεινό δάσος.
Λεξικό Δέντρο
glinting
glint



























