gliding
gli
ˈglaɪ
glai
ding
dɪng
ding
guidinggilding

Ορισμός και σημασία του "gliding"στα αγγλικά

01

ανεμοπορία

a sport where pilots fly unpowered aircrafts, using air currents to remain airborne 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
glidings

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

gliding
glide
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store