Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gladly
01
χαρούμενα, με χαρά
with joy or a contented and cheerful attitude
Παραδείγματα
They gladly expressed their thanks for the kindness shown to them.
Εκφράστηκαν με χαρά την ευγνωμοσύνη τους για την καλοσύνη που τους δείχτηκε.
02
πρόθυμα, με χαρά
willingly or eagerly, without hesitation or reluctance
Παραδείγματα
We gladly joined the fundraiser for charity.
Προσχωρήσαμε ευχαρίστως στη συγκέντρωση χρημάτων για φιλανθρωπία.



























