Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to annul
01
ακυρώνω, ακυρώνω
to officially cancel a marriage, declaring it legally void as if it never occurred, typically due to fraud, incapacity, or procedural error
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
annul
γ΄ ενικό πρόσωπο
annuls
ενεστώτα μετοχή
annulling
απλός αόριστος
annulled
παθητική μετοχή
annulled
Παραδείγματα
The judge annulled the marriage after confirming it violated state law.
Ο δικαστής ακύρωσε τον γάμο αφού επιβεβαίωσε ότι παραβίαζε το κρατικό νόμο.
02
ακυρώνω, αναιρώ
to invalidate a legal agreement
Παραδείγματα
The parties sought to annul the contract after discovering that it had been signed under duress.
Τα μέρη επιδίωξαν να ακυρώσουν τη σύμβαση αφού ανακάλυψαν ότι είχε υπογραφεί υπό πίεση.
Λεξικό Δέντρο
annulment
annul



























