gaffe
gaffe
gæf
gāf
staffgraphchafflaugh

Ορισμός και σημασία του "gaffe"στα αγγλικά

01

γκάφα, ατόπημα

a thing that was done or said in a social or public situation that is considered to be an embarrassing or tactless mistake 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gaffes
Παραδείγματα
The politician’s gaffe during the speech caused widespread embarrassment and criticism. 

Το ατόπημα του πολιτικού κατά τη διάρκεια της ομιλίας προκάλεσε ευρεία αμηχανία και κριτική.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store