Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fugitive
Παραδείγματα
The fugitive beauty of the sunrise was gone in an instant, leaving only memories.
Η πρόσκαιρη ομορφιά της ανατολής εξαφανίστηκε σε μια στιγμή, αφήνοντας μόνο αναμνήσεις.
1.1
φευγαλέος, προσωρινός
likely to quickly fade, deteriorate, change, or disappear over time
Παραδείγματα
The artwork was preserved to prevent the fugitive materials from deteriorating further.
Το έργο τέχνης διατηρήθηκε για να αποτραπεί η περαιτέρω υποβάθμιση των φευγαλέων υλικών.
1.2
φευγαλέος, εφήμερος
(of a thought, idea, feeling, etc.) difficult to comprehend or hold onto
Παραδείγματα
Trying to remember the fugitive feeling of that moment proved to be frustratingly elusive.
Η προσπάθεια να θυμηθεί κανείς το φευγαλέα συναίσθημα εκείνης της στιγμής αποδείχθηκε απογοητευτικά αδιόρατο.
02
φυγάς, διωκόμενος
running away or intending to flee, often from the law or an oppressive situation
Παραδείγματα
They offered shelter to the fugitive rebel, who was being hunted by the government forces.
Προσέφεραν καταφύγιο στον φυγά επαναστάτη, ο οποίος κυνηγιόταν από τις κυβερνητικές δυνάμεις.
03
φευγαλέος, κινούμενος
(of a thing) traveling from one place to another or constantly in motion
Παραδείγματα
The fugitive birds migrated south, always on the move to find warmer climates.
Τα φυγά πουλιά μετανάστευσαν νότια, πάντα σε κίνηση για να βρουν θερμότερα κλίματα.
Fugitive
Παραδείγματα
The artist lived as a fugitive from societal expectations, seeking peace in a remote, quiet village.
Ο καλλιτέχνης έζησε ως φυγάς από τις κοινωνικές προσδοκίες, αναζητώντας ειρήνη σε ένα απομακρυσμένο, ήσυχο χωριό.
02
δραπέτης, καταζητούμενος
a person who is actively avoiding capture or is being pursued by law enforcement authorities due to legal charges or criminal activity
Παραδείγματα
The fugitive used fake identities to stay hidden while moving from city to city.
Ο δραπέτης χρησιμοποίησε ψεύτικες ταυτότητες για να παραμείνει κρυμμένος ενώ μετακινούνταν από πόλη σε πόλη.



























