Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fudge
01
το fudge, το κρεμώδες γλυκό
a creamy brown sweet made with milk, sugar, and butter
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fudges
02
μαλακή γλυκιά ζαχαρωτά, κρέμα φάτζ
a soft and sweet confectionery made from sugar, butter, milk, and flavorings, often flavored and mixed with additional ingredients like nuts or chocolate
Dialect
American
Παραδείγματα
I asked him to pour warm fudge over my vanilla ice cream.
Του ζήτησα να ρίξει ζεστό fudge πάνω από το παγωτό βανίλιας μου.
fudge
01
Ανάθεμα !, Ωχ !
used to express surprise, frustration, or mild anger without swearing
ευφημιστικό
ανεπίσημο
Παραδείγματα
Fudge! I left my phone at home.
Fudge! Άφησα το τηλέφωνό μου στο σπίτι.
to fudge
01
αποφεύγω, παρακαμπτήριος
avoid or try to avoid fulfilling, answering, or performing (duties, questions, or issues)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fudge
γ΄ ενικό πρόσωπο
fudges
ενεστώτα μετοχή
fudging
απλός αόριστος
fudged
παθητική μετοχή
fudged
02
παραποιώ, χειραγωγώ
to manipulate or alter something in a deceptive way
Παραδείγματα
He tried to fudge the numbers to make the report look better.
Προσπάθησε να παραποιήσει τους αριθμούς για να φανεί καλύτερη η έκθεση.



























