Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fuddle
01
καταναλώνω αλκοόλ, μεθώ
consume alcohol
02
μπερδεύω, σαστίζω
be confusing or perplexing to; cause to be unable to think clearly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fuddle
γ΄ ενικό πρόσωπο
fuddles
ενεστώτα μετοχή
fuddling
απλός αόριστος
fuddled
παθητική μετοχή
fuddled
03
μεθώ, κάνω ηλίθιο με το αλκοόλ
make stupid with alcohol
Fuddle
01
σύγχυση, ακαταστασία
a confused multitude of things
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fuddles
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
fuddled
fuddle



























