to fuddle
fu
ˈfʌ
fa
ddle
dəl
dēl
fiddle

Ορισμός και σημασία του "fuddle"στα αγγλικά

to fuddle
01

καταναλώνω αλκοόλ, μεθώ

consume alcohol 
to fuddle definition and meaning
02

μπερδεύω, σαστίζω

be confusing or perplexing to; cause to be unable to think clearly 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fuddle
γ΄ ενικό πρόσωπο
fuddles
ενεστώτα μετοχή
fuddling
απλός αόριστος
fuddled
παθητική μετοχή
fuddled
03

μεθώ, κάνω ηλίθιο με το αλκοόλ

make stupid with alcohol 
01

σύγχυση, ακαταστασία

a confused multitude of things 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fuddles
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store