Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
frowzy
01
ατημέλητος, απεριποίητος
looking messy, disheveled, or unkempt due to neglect in maintaining a neat and tidy appearance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
frowziest
συγκριτικός βαθμός
frowzier
διαβαθμίσιμο



























