Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
frosted
01
παγωμένος, θαμπωμένος
(of glass) having a textured surface that diffuses light for privacy while still letting light through
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most frosted
συγκριτικός βαθμός
more frosted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The bathroom window was frosted for privacy, allowing light to enter while obstructing the view.
Το παράθυρο του μπάνιου ήταν παγωμένο για ιδιωτικότητα, επιτρέποντας στο φως να εισέλθει ενώ εμπόδιζε την όραση.
02
παγωμένος, καλυμμένος με λεπτό στρώμα πάγου
having a thin layer of frost on the surface
Παραδείγματα
She admired the frosted leaves glistening in the early morning sunlight.
Θαύμαζε τα παγωμένα φύλλα που λάμπανε στο πρωινό ηλιακό φως.
03
επικαλυμμένος με ζάχαρη, γλασαρισμένος
covered with icing or sugar, often used to enhance the appearance and flavor of desserts
Παραδείγματα
She served frosted cupcakes adorned with colorful sprinkles.
Σερβίρισε κέικ καλάθια με γλάσο διακοσμημένα με πολύχρωμες πιπερόνιες.
04
παγωμένος, παγωμένες τούφες
(of hair) having distinct light-colored strands that stand out against a darker base color
Παραδείγματα
She added frosted highlights to her brunette hair for a chic update.
Πρόσθεσε παγωμένες φωτιές στα καστανά της μαλλιά για μια κομψή ενημέρωση.
05
παγωμένος, αποστασιοποιημένος
(of a person) emotionless, cold, or detached, often indicating a lack of warmth or expression
ανεπίσημο
Παραδείγματα
She gave him a frosted look after hearing his comment.
Του έριξε μια παγωμένη ματιά αφού άκουσε το σχόλιό του.
Λεξικό Δέντρο
unfrosted
frosted
frost



























