Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to frisk
01
χοροπηδώ, παίζω
to move about playfully or energetically
Intransitive
Παραδείγματα
During the picnic, the children frisked about, playing tag and laughing heartily.
Κατά τη διάρκεια του πικνίκ, τα παιδιά πετάχτηκαν, παίζοντας κρυφτό και γελώντας ανοιχτά.
02
ψάχνω, εξετάζω
to pat down or search a person's body, clothing, or belongings quickly, especially for concealed weapons or prohibited items
Transitive: to frisk sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
frisk
γ΄ ενικό πρόσωπο
frisks
ενεστώτα μετοχή
frisking
απλός αόριστος
frisked
παθητική μετοχή
frisked
Παραδείγματα
As part of their duties, prison guards routinely frisk inmates to prevent the introduction of contraband.
Ως μέρος των καθηκόντων τους, οι φύλακες της φυλακής ψάχνουν ψάχνω τακτικά τους κρατουμένους για να αποτρέψουν την εισαγωγή λαθρεμπορίου.
03
χοροπηδώ, παίζω
to move about in a lively and playful way, usually by jumping or running, as seen in the behavior of young or excited animals
Intransitive
Transitive: to frisk a body part
Παραδείγματα
Playful monkeys in the treetops would often frisk their tails, signaling their contentment.
Παιχνιδιάρικα πιθήκους στις κορυφές των δέντρων συχνά παίζανε με τις ουρές τους, σηματοδοτώντας την ικανοποίησή τους.
Frisk
01
έρευνα, έλεγχος
the act of searching someone for concealed weapons or illegal drugs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
frisks
Λεξικό Δέντρο
frisking
frisk



























