forcibly
for
ˈfɔ:
φο
cib
səb
σαμπ
ly
li
λι

Ορισμός και σημασία του "forcibly"στα αγγλικά

01

βίαια, με δύναμη

with a significant amount of physical strength or authority 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The police forcibly removed the protesters from the government building. 

Η αστυνομία βίαια απέμακρυνε τους διαδηλωτές από το κυβερνητικό κτίριο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

forcibly
forcible
force
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store