Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Forcefulness
01
δύναμη, ένταση
physical energy or intensity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
πειστική δύναμη, διαβεβαιωτικότητα
a person's ability to express their ideas and beliefs in a persuasive and assertive manner
03
πειστική ισχύς, πειστική αποτελεσματικότητα
(regarding arguments, opinions, etc.) the quality of being persuasive and effective
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
forcefulness
forceful
force



























