forceps
for
ˈfɔ:
faw
ceps
sɛps
seps
forceps

Ορισμός και σημασία του "forceps"στα αγγλικά

01

λαβίδα, μαιευτική λαβίδα

a medical tool shaped like tongs used to help guide a baby out of the birth canal during delivery 
forceps definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
forceps
Παραδείγματα
The doctor used forceps to assist in the difficult delivery. 

Ο γιατρός χρησιμοποίησε λαβίδες για να βοηθήσει στη δύσκολη γέννα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store