Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
foolish
01
ανόητος, απερίσκεπτος
displaying poor judgment or a lack of caution
Παραδείγματα
The foolish choice to walk alone at night put him in danger.
Η ανόητη επιλογή να περπατήσει μόνος του τη νύχτα τον έβαλε σε κίνδυνο.
02
ανόητος, βλάκας
(of a person) not thinking or behaving wisely
Παραδείγματα
She 's a bit foolish and often trusts people without questioning their intentions.
Είναι λίγο ανόητη και συχνά εμπιστεύεται τους ανθρώπους χωρίς να αμφισβητεί τις προθέσεις τους.
Λεξικό Δέντρο
foolishly
foolishness
foolish
fool



























