Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fluid
Παραδείγματα
The medicine was too fluid, spilling everywhere when poured.
Το φάρμακο ήταν πολύ ρευστό, χύνοντας παντού όταν χύθηκε.
02
ρευστός, εύκαμπτος
having the ability to flow or move smoothly without interruption or obstruction
Παραδείγματα
The cat 's movements were fluid as it navigated through the narrow spaces.
Οι κινήσεις της γάτας ήταν ρευστές καθώς κινούνταν μέσα από τους στενούς χώρους.
Παραδείγματα
His plans were fluid, ready to change based on circumstances.
Τα σχέδιά του ήταν ευέλικτα, έτοιμα να αλλάξουν ανάλογα με τις συνθήκες.
Παραδείγματα
Keeping assets fluid helps in managing day-to-day expenses efficiently.
Η διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων ρρευστοποιήσιμα βοηθά στη διαχείριση των ημερήσιων εξόδων αποτελεσματικά.
Fluid
01
ρευστό, υγρό
a substance that flows easily and takes the shape of its container, including both liquids and gases
Παραδείγματα
Oil is a thick fluid often used to lubricate engines.
Το λάδι είναι ένα παχύ ρευστό που χρησιμοποιείται συχνά για τη λίπανση κινητήρων.
Λεξικό Δέντρο
fluidly
fluidness
fluid



























