Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to flounder
01
παλεύω, τσακίζομαι
to move clumsily or struggle while walking
Intransitive
Παραδείγματα
The hiker, exhausted from the steep climb, began to flounder on the uneven terrain.
Ο πεζοπόρος, εξαντλημένος από την απότομη ανάβαση, άρχισε να παραπατάει στον ανώμαλο έδαφος.
02
αγωνίζομαι, παλεύω
to experience confusion, indecision, or difficulty in finding a solution
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
flounder
γ΄ ενικό πρόσωπο
flounders
ενεστώτα μετοχή
floundering
απλός αόριστος
floundered
παθητική μετοχή
floundered
Παραδείγματα
The student started to flounder, unable to concentrate and organize their thoughts.
Ο μαθητής άρχισε να μπερδεύεται, ανίκανος να συγκεντρωθεί και να οργανώσει τις σκέψεις του.
03
αγωνίζομαι, παλεύω
to face great difficulties and be about to fail
Intransitive
Παραδείγματα
The small business began to flounder as it struggled to compete with larger companies.
Η μικρή επιχείρηση άρχισε να παλεύει καθώς αγωνιζόταν να ανταγωνιστεί μεγαλύτερες εταιρείες.
Flounder
01
πλευρονήκτης, γλώσσα
a small marine food fish of the flatfish species that is found in deep oceanic waters
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flounders
02
πλευρονήκτης, καλκάνι
flesh of any of various American and European flatfish



























