to flesh out
flesh
flɛʃ
flesh
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "flesh out"στα αγγλικά

to flesh out
01

γεμίζω, παίρνω σχήμα

become round, plump, or shapely 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
flesh
ενεστώτας
flesh out
γ΄ ενικό πρόσωπο
fleshes out
ενεστώτα μετοχή
fleshing out
απλός αόριστος
fleshed out
παθητική μετοχή
fleshed out
02

αναπτύσσω, περιγράφω λεπτομερώς

to explain or describe something in detail, often in a formal or structured manner 
Παραδείγματα
The professor will exposit the principles of economics during the lecture. 

Ο καθηγητής θα εξηγήσει τις αρχές της οικονομίας κατά τη διάρκεια της διάλεξης.

03

παχαίνω, γεμίζω

make fat or plump 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store