Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to flesh out
01
γεμίζω, παίρνω σχήμα
become round, plump, or shapely
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
flesh
ενεστώτας
flesh out
γ΄ ενικό πρόσωπο
fleshes out
ενεστώτα μετοχή
fleshing out
απλός αόριστος
fleshed out
παθητική μετοχή
fleshed out
Παραδείγματα
The researcher exposit the methodology used in the study to ensure clarity.
Ο ερευνητής αναλύει λεπτομερώς τη μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε στη μελέτη για να διασφαλίσει σαφήνεια.
03
παχαίνω, γεμίζω
make fat or plump



























