to flesh out
Pronunciation
/flˈɛʃ ˈaʊt/

Ορισμός και σημασία του "flesh out"στα αγγλικά

to flesh out
01

γεμίζω, παίρνω σχήμα

become round, plump, or shapely
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
flesh
ενεστώτας
flesh out
γ΄ ενικό πρόσωπο
fleshes out
ενεστώτα μετοχή
fleshing out
απλός αόριστος
fleshed out
παθητική μετοχή
fleshed out
02

αναπτύσσω, περιγράφω λεπτομερώς

to explain or describe something in detail, often in a formal or structured manner
Παραδείγματα
The researcher exposit the methodology used in the study to ensure clarity.
Ο ερευνητής αναλύει λεπτομερώς τη μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε στη μελέτη για να διασφαλίσει σαφήνεια.
03

παχαίνω, γεμίζω

make fat or plump
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store