flawed
flawed
flɑd
φλαντ
/flɔːd/

Ορισμός και σημασία του "flawed"στα αγγλικά

01

ελαττωματικός, ατελής

having imperfections, errors, or weaknesses
flawed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most flawed
συγκριτικός βαθμός
more flawed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His flawed decision-making process often resulted in regrettable outcomes.
Η ελαττωματική διαδικασία λήψης αποφάσεών του οδηγούσε συχνά σε θλιβερά αποτελέσματα.

Λεξικό Δέντρο

unflawed
flawed
flaw
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store