Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to flambe
01
φλογίζω, ανάβω
to drizzle or pour liquor over a dish and ignite it briefly to create a burst of flame
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
flambé
γ΄ ενικό πρόσωπο
flambés
ενεστώτα μετοχή
flambéing
απλός αόριστος
flambéed
παθητική μετοχή
flambéed
Παραδείγματα
Whenever they have guests over, they always flambé the steak to add a touch of elegance to the meal.
Όποτε έχουν επισκέπτες, πάντα φλαμπάρουν τη μπριζόλα για να προσθέσουν μια πινελιά κομψότητας στο γεύμα.
flambe
01
φλαμπέ
(of food) prepared using a technique where alcohol is added to a dish and ignited to create a burst of flames
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο



























