fierily
fie
ˈfaɪə
faie
ri
ly
li
li

Ορισμός και σημασία του "fierily"στα αγγλικά

01

φλογερά, παθιασμένα

in a way that shows strong emotion, intensity, or passion 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She spoke fierily, her words blazing with conviction. 

Μίλησε με πάθος, τα λόγια της έκαιγαν από πεποίθηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

fierily
fiery
fier
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store