Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to feign
01
προσποιούμαι, πλασάρω
to pretend, often with the intent to deceive or mislead others
Transitive: to feign an emotion or state
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
feign
γ΄ ενικό πρόσωπο
feigns
ενεστώτα μετοχή
feigning
απλός αόριστος
feigned
παθητική μετοχή
feigned
Παραδείγματα
She feigned illness to get out of attending the party.
Προσποιήθηκε ότι είναι άρρωστη για να μην πάει στο πάρτι.



























