Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
amusingly
Παραδείγματα
The dog barked amusingly every time it saw its own reflection.
Ο σκύλος γάβγιζε διασκεδαστικά κάθε φορά που έβλεπε το αντανάκλασή του.
1.1
διασκεδαστικά, με διασκεδαστικό τρόπο
used to express that something is funny because it is unexpected or ironic
Παραδείγματα
Amusingly, he forgot his umbrella while giving a speech on preparedness.
Παραδόξως, ξέχασε την ομπρέλα του ενώ έδινε ομιλία για την ετοιμότητα.
Λεξικό Δέντρο
amusingly
amusing
amuse



























