Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fearless
01
ατρόμητος, αφοβος
expressing no signs of fear in face of danger or difficulty
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fearless
συγκριτικός βαθμός
more fearless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The fearless firefighter rushed into the burning building to save lives.
Ο ατρόμητος πυροσβέστης έτρεξε στο κτίριο που έκαιγε για να σώσει ζωές.
02
ατρόμητος, ατρελής
invulnerable to fear or intimidation
Λεξικό Δέντρο
fearlessly
fearlessness
fearless
fear



























