plucky
plu
ˈplʌ
pla
cky
ki
ki
muckyyuckyduckykentucky

Ορισμός και σημασία του "plucky"στα αγγλικά

01

θαρραλέος, τολμηρός

possessing or displaying determination and bravery 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
pluckiest
συγκριτικός βαθμός
pluckier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her plucky response to the challenge inspired everyone around her. 

Η θαρραλέα απάντησή της στην πρόκληση ενέπνευσε όλους γύρω της.

Λεξικό Δέντρο

pluckily
pluckiness
plucky
pluck
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store