Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Plowland
01
αρόσιμη γη, καλλιεργήσιμη γη
arable land that is worked by plowing and sowing and raising crops
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
plowlands
LanGeek



























