plowland
plow
ˈplaʊ
plaw
land
lænd
lānd
ploughland

Ορισμός και σημασία του "plowland"στα αγγλικά

01

αρόσιμη γη, καλλιεργήσιμη γη

arable land that is worked by plowing and sowing and raising crops 
plowland definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
plowlands
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store