Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fate
01
μοίρα, πεπρωμένο
the power that some people believe controls everything that occurs and that is inevitable
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She believed in the power of fate to guide her life's journey, trusting that everything happens for a reason.
Πίστευε στη δύναμη της μοίρας για να καθοδηγήσει το ταξίδι της ζωής της, εμπιστευόμενη ότι όλα συμβαίνουν για κάποιο λόγο.
Παραδείγματα
He accepted his fate with quiet resignation.
Αποδέχτηκε τη μοίρα του με ήρεμη παραίτηση.
to fate
01
προορίζω, καθορίζω
to designate something beforehand, often implying a sense of inevitability
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fate
γ΄ ενικό πρόσωπο
fates
ενεστώτα μετοχή
fating
απλός αόριστος
fated
παθητική μετοχή
fated
Παραδείγματα
The stars seemed to fate their destinies in their hands.
Τα αστέρια φαίνονταν να καθορίζουν τις μοίρες τους στα χέρια τους.



























