Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fastidiously
01
σχολαστικά, επιμελώς
in a fastidious manner
02
επιμελώς, με σχολαστικότητα
in a very careful and attentive way, showing concern for detail or cleanliness
Παραδείγματα
The hotel staff cleaned the room fastidiously after each guest checked out.
Το προσωπικό του ξενοδοχείου καθάρισε το δωμάτιο με σχολαστικότητα μετά την αναχώρηση κάθε επισκέπτη.
Λεξικό Δέντρο
fastidiously
fastidious



























