Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ample
01
άφθονος, επαρκής
more than enough to meet the needs or exceed expectations
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
amplest
συγκριτικός βαθμός
ampler
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The pantry was stocked with an ample supply of canned goods.
Το παντρεί ήταν γεμάτο με άφθονη προσφορά κονσερβοποιημένων προϊόντων.
02
αφθονία
(of women or their body part) having a full or generously proportioned figure
Παραδείγματα
The ample curves of the actress caught the attention of many admirers.
Τα πλούσια καμπύλες της ηθοποιού τράβηξαν την προσοχή πολλών θαυμαστών.
03
ευρύχωρος, αρκετός
having plenty of room, sufficiently large, or offering enough area for its intended purpose without feeling cramped or crowded
Παραδείγματα
The living room was furnished with an ample sofa that could easily seat several people.
Το σαλόνι ήταν επιπλωμένο με έναν ευρύχωρο καναπέ που μπορούσε εύκολα να φιλοξενήσει πολλά άτομα.
Λεξικό Δέντρο
ampleness
ample



























