to fancify
fan
ˈfæn
fān
ci
si
fy
faɪ
fai

Ορισμός και σημασία του "fancify"στα αγγλικά

to fancify
01

διακοσμώ, ομορφαίνω

to make something look more decorative, elegant, or elaborate 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fancify
γ΄ ενικό πρόσωπο
fancifies
ενεστώτα μετοχή
fancifying
απλός αόριστος
fancified
παθητική μετοχή
fancified
Παραδείγματα
She fancified the plain invitation cards with gold foil and ribbon. 

Εκείνη διακόσμησε τις απλές κάρτες πρόσκλησης με χρυσό φύλλο και κορδέλα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store