fancywork
fan
ˈfæn
fān
cy
si
si
work
wɜ:k
vēk

Ορισμός και σημασία του "fancywork"στα αγγλικά

01

διακοσμητική κεντητική, διακοσμητική βελονιά

decorative needlework 
fancywork definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

fancywork

fancy

+

work

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store