fanatical
fa
na
ˈnæ
ti
ti
cal
kəl
kēl
viaticalsabbaticalmathematicalungrammatical

Ορισμός και σημασία του "fanatical"στα αγγλικά

01

φανατικός, παθιασμένος

extremely enthusiastic or obsessed about something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fanatical
συγκριτικός βαθμός
more fanatical
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, attitude, belief
Παραδείγματα
The town was wary of the group's fanatical teachings and their intense recruitment efforts. 

Η πόλη ήταν επιφυλακτική για τις φανατικές διδασκαλίες της ομάδας και τις εντατικές προσπάθειες προσλήψεώς της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

fanatically
fanatical
fanatic
fan
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store